ΕΙΔΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Featured_shutterstock_193918112

Ο φόβος αποτελεί για όλες τις ηλικίες μια αναγκαία και φυσιολογική συναισθηματική αντίδραση, που ενεργοποιείται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, μπροστά σε ερεθίσματα και γεγονότα που ο εγκέφαλος τα εκλαμβάνει ως απειλή.

Το παιδί, από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ζωής του, ζει τις περισσότερες ώρες της ημέρας στο καταφύγιο της αγκαλιάς, της φροντίδας και της ασφάλειας, εξασφαλίζοντας έτσι, την ανάγκη του για ισορροπία ανάμεσα στον εαυτό του και στα πρωτόγνωρα ερεθίσματα που το περιβάλλουν.

Επομένως, τα άγνωστα, απρόβλεπτα και αιφνίδια περιβαλλοντολογικά  ερεθίσματα, είναι ικανά τα ταράξουν αυτή την αίσθηση ισορροπίας, να πυροδοτούν το αίσθημα της ανασφάλειας και της ανησυχίας και το παιδί να εκδηλώσει μια φοβική αντίδραση.

Τα παιδιά, ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο το οποίο διανύουν, φοβούνται διάφορες καταστάσεις και ερεθίσματα.

• 0-2 χρόνια

Φοβάται τους δυνατούς και αιφνίδιους ήχους, τον αποχωρισμό από τους γονείς του, τους ξένους όταν το πλησιάζουν.

• 2-4 χρονών

Φοβάται τα άγρια ζώα, τα έντομα, τους δυνατούς θορύβους, να μένει μόνο του, τα ύψη και τους τραυματισμούς, την εκπαίδευση της τουαλέτας, το γιατρό(μετά από αρνητική εμπειρία), την τιμωρία, το σκοτάδι, τα τέρατα/τα φαντάσματα και τα δημιουργήματα της φαντασίας.

• 4-6 χρονών

Φοβάται τον ύπνο, το σκοτάδι, τα τέρατα, την απώλεια ενός γονιού, τις ασθένειες, την αποτυχία και δείχνει συστολή προς τα μη οικεία πρόσωπα.

• Μετά τα 6 χρόνια

Οι φόβοι αρχίζουν να σχετίζονται περισσότερο με τη καθημερινή ζωή, καθώς το παιδί έχει κατακτήσει μια σημαντική συναισθηματική και γνωστική ανάπτυξη. Σ’ αυτή την ηλικία κάνει την εμφάνιση του ο φόβος για το θάνατο του ίδιου ή κάποιου από τους γονείς του.

• Μετά  τα 8 χρόνια, οι φόβοι αυτοί βαθμιαία ελαττώνονται και αντικαθίστανται με περισσότερο ορθολογικούς, όπως το φόβο της απόρριψης ή της αποτυχίας, τους κλέφτες, το θάνατο και τις σχολικές του επιδόσεις.

Κάθε παιδί μπορεί να παρουσιάσει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, τουλάχιστον έναν από αυτούς τους φόβους κατά την αναπτυξιακή του πορεία. Οι φόβοι αυτοί δεν πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ανησυχίας για τους γονείς, καθώς υποχωρούν συνήθως με το πέρασμα του χρόνου, καθώς το παιδί αναπτύσσεται γνωστικά και συναισθηματικά και διδάσκεται μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες βιωματικής μάθησης, τι είναι πραγματικά απειλητικό για την ακεραιότητα του.

" Μαμά… φοβάμαι! "

Πως αντιμετωπίζουμε τον φόβο του παιδιού μας.

 

  • Επικοινωνήστε με το παιδί σας και ενθαρρύνετε το να εκφράσει λεκτικά τους φόβους του.
  • Ακούστε με προσοχή και κατανόηση όσα σας εκφράζει.
  • Ανταποκριθείτε στην ανάγκη του για συναισθηματική στήριξη, ασφάλεια και φροντίδα μέσω της ενεργητικής ακρόασης και κατανόησης.
  • Δείξτε ενδιαφέρον και εκμαιεύστε το τι σκέφτεται και πως νιώθει.
  • Εξηγείστε του ότι, όλα τα παιδιά της ηλικίας του αισθάνονται αντίστοιχους φόβους.
  • Μοιραστείτε κάποιους από τους δικούς σας φόβους που σας ταλαιπωρούσαν και πώς τους διαχειριστήκατε. Είναι πολύ ανακουφιστικό να νιώθουν ότι δεν πρόκειται για δική τους αδυναμία.
  • Μην αστειεύεστε με τους φόβους του, όσο παράλογοι και ανούσιοι τους φαίνονται.
  • Εξηγείστε με απλά λόγια τι είναι πραγματικό και τι όχι, στοχεύοντας έτσι στο να εκλογικεύσετε  την εμπειρία του.
  • Γίνετε σύμμαχοι στη μάχη του με το φοβικό ερέθισμα.
  • Δώστε του πρακτικές ενδείξεις ότι δεν αποτελεί κίνδυνο για το ίδιο, μέσω της δικής σας παραδειγματικής συμπεριφοράς. Στη συνέχεια δώστε του την ευκαιρία να γνωρίσει βαθμιαία το αντικείμενο ή την κατάσταση που φοβάται, με τη παράλληλη δική σας στήριξη και βοήθεια.
  • Βοηθήστε το να συνδέει το αντικείμενο του φόβου του με ευχάριστα συναισθήματα.
  • Διαβάστε παρέα με το παιδί ένα παραμύθι με κάποιον ήρωα που φοβάται, αλλά στο τέλος καταφέρνει να ξεπεράσει τους φόβους του.
  • Παρακινείστε το να αποτυπώσει σε μια ζωγραφιά τον φόβο του. Κάτι τέτοιο θα το βοηθήσει στην εξωτερίκευση και στην περεταίρω επικοινωνία σας.

 

Φόβος ή φοβία;

Η φοβία είναι ένας έκδηλος και επίμονος φόβος, ο οποίος είναι υπερβολικός και παράλογος και εκλύεται από την παρουσία ειδικού αντικειμένου ή ειδικής κατάστασης, τα οποία δεν αποτελούν πραγματική απειλή(π.χ. ασανσέρ, ζώα).

Η διαφορά της φοβίας από τους φυσιολογικούς φόβους της παιδικής ηλικίας έγκειται:

  • στη ποιότητα της εμφάνισης à μεγαλύτερη διάρκεια και συχνότητα.
  • στις αντιδράσεις των παιδιών à η έκθεση στο φοβικό ερέθισμα προκαλεί σχεδόν πάντα μια άμεση αντίδραση άγχους, όπως εφίδρωση, ταχυκαρδία, τρόμο, στομαχόπονο, έμετο, έντονη αναστάτωση και ακολουθείται συνήθως, από μια συνεχή προσπάθεια αποφυγής αυτού του ερεθίσματος και ανάλογων καταστάσεων.
  • στην γενικότερή του προσαρμογή àτο παιδί δυσκολεύεται έντονα να ανταποκριθεί στη καθημερινή του ρουτίνα, καθώς αποδιοργανώνεται από το άγχος, την αγωνία και καμιά φορά τον πανικό. Η αδυναμία να νικήσει τους φόβους του, το αποδυναμώνει και δυσκολεύεται να ξανακερδίσει τη προσωπική, κοινωνική και συναισθηματική του ισορροπία και λειτουργικότητα.
  • στην αντιμετώπισή τουςà Οι φοβίες είναι ουσιαστικά αγχώδεις διαταραχές και για την αντιμετώπισή τους απαιτείται εξειδικευμένη θεραπεία, καθώς σπάνια υποχωρούν από μόνες τους. Κάποιες φορές μάλιστα, γενικεύονται και σε άλλους τομείς και συνεχίζουν να δυσκολεύουν την προσαρμογή του και στην ενήλικη ζωή.

Πως κάνει την εμφάνιση της μια φοβία;

  • «φοβίες γονέων παιδεύουσι τέκνα»

Σημαντική πηγή ανάπτυξης και εδραίωσης μιας φοβίας στα παιδιά είναι τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στην καθημερινότητα των παιδιών, τα οποία αρκετά συχνά μεταδίδουν τις δικές τους φοβίες.  Η μετάδοση αυτή μπορεί να γίνει άθελά τους, τόσο με λεκτικό όσο και με μη λεκτικό τρόπο. Το παιδί πολύ εύκολα αντιλαμβάνεται τις εκδηλώσεις φόβου των ενηλίκων και ασυνείδητα τις υιοθετεί. Ακόμα και τα πιο μικρά σήματα, όπως η σωματική αποφυγή και οι αντανακλαστικοί μορφασμοί, προδίδουν τον φόβο και μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τις ευαίσθητες παιδικές κεραίες.

  • Μια τραυματική εμπειρίαείναι ικανή να ενεργοποιήσει μια φοβία.

Το παιδί είναι πιθανό μετά από μια άσχημη εμπειρία, να δημιουργεί συνεξαρτήσεις μεταξύ δύο ερεθισμάτων, που αν και είναι αντικειμενικά ασύνδετα, είναι ικανά να οδηγήσουν στην εγκατάσταση μιας σχετικής φοβίας. Για παράδειγμα, αν γίνει σεισμός την ώρα που βρίσκεται μέσα στο ασανσέρ, είναι πολύ πιθανό το παιδί να συνδέσει την συγκεκριμένη δυσάρεστη εμπειρία του σεισμού με το πλαίσιο στο οποίο συνέβη, το ασανσέρ, και να εκδηλώσει στη συνέχεια, φοβία και άρνηση για τα ασανσέρ. Ένα ακόμη συχνό παράδειγμα φοβίας είναι αυτό για τα σκυλιά. Η φοβία αυτή μπορεί να ακολουθήσει όταν ένα παιδί ενοχλεί με τον παιγνιώδη τρόπο ενασχόλησης του ένα σκύλο και ο σκύλος το δαγκώσει. Τότε, είναι δυνατόν το παιδί να γενικεύσει το φόβο του προς όλα τα σκυλιά και να βιώνει ένα διαρκές και αποσυντονιστικό άγχος, στη θέαση και μόνο οποιουδήποτε σκύλου. Με άλλα λόγια, οι φοβικές αντιδράσεις «μαθαίνονται» από το παιδί, καθώς αυτό συνδέει μια δυσάρεστη εμπειρία με μια συγκεκριμένη ουδέτερη κατάσταση.

Πρόληψη: το αποτελεσματικότερο παιδαγωγικό εργαλείο

Τα άτομα που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην καθημερινή διαπαιδαγώγηση του παιδιού θα πρέπει:

 

  1. Να επεξεργαστούν οι ίδιοι τους φόβους τους, ώστε να μην τους προβάλλουν στο παιδί τους.
  2. Να μην λειτουργούν υπερπροστατευτικά προς το παιδί, αλλά να το αφήνουν να πειραματιστεί με τις ικανότητες και δυνατότητες του. Η υπερπροστασία αποδυναμώνει την αυτονομία και την αυτοπεποίθηση του παιδιού και περιορίζει την προσωπική εμπειρική και βιωματική μάθηση, καθιστώντας τα ευάλωτα και συναισθηματικά αδύναμα να αντιμετωπίσουν μόνα τους κάποιες καταστάσεις.
  3. Να μην μεγεθύνουν κάποιο πιθανό κίνδυνο ή να μην υιοθετούν υπερβολικές αντιδράσεις στους όποιους φόβους αισθανθεί το παιδί. Αυτό εντείνει το άγχος και την ανασφάλεια του παιδιού, παρά το καθησυχάζει.
  4. Να μη χρησιμοποιούνται ως παιδαγωγικό μέσο, απειλές και  εκφοβισμούς του τύπου «αν δεν σταματήσεις να φωνάζεις θα έρθει ο μπαμπούλας να σε φάει», «αν δεν με ακούς θα φωνάξω τον γιατρό να σου κάνει ένεση». Τέτοιες παιδαγωγικές πρακτικές καλλιεργούν αναπόφευκτα φοβίες σχετικές με τις απειλές!
  5. Να φροντίζουν καθημερινά για μια ήρεμη και επικοινωνιακή οικογενειακή ατμόσφαιρα. Οι συχνές διαμάχες, η ελλειπτική εμπιστοσύνη, η απουσία αλληλοκατανόησης και σεβασμού μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, αποτελούν πηγή διαρκούς ανασφάλειας και ψυχοσυναισθηματικής έντασης και επομένως ευνοούν  τη δημιουργία φόβων.

Έχει παρατηρηθεί ότι τα παιδιά που έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, ικανότητα να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους και είναι εξοικειωμένα στο να αντιμετωπίζουν με αυτονομία καθημερινές καταστάσεις, έχουν λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν φόβους ή ακόμα κι αν εμφανιστούν, μπορούν να τους αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά.  Γι’ αυτό είναι σημαντικό, να ενισχύσουμε τα παιδιά από πολύ νωρίς, να γνωρίσουν τον κόσμο γύρω τους, ενώ ταυτόχρονα είμαστε διακριτικοί συνοδοιπόροι, προσφέροντάς τους την ασφάλεια, τη βοήθεια και την ενίσχυση που τόσο χρειάζονται.

Κείμενο : Κιάρα Ελίνα, Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια, Ψυχοδραματίστρια.

Περισσότερα άρθρα στην ενότητα Ειδικό Αφιέρωμα

Σχετικά Άρθρα

Αναζήτηση Γιατρού

Πείτε μας τη γνώμη σας

Φθινόπωρο. Τι σημαίνει για εσάς;

Ajax-indicator

ή Δείτε τα αποτελέσματα