ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Η Παγκόσμια Ημέρα Νερού (22 Μαρτίου) καθιερώθηκε το 1992 στη συνδιάσκεψη του Ο.Η.Ε. για το περιβάλλον και την ανάπτυξη στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, με στόχο την παγκόσμια ενημέρωση ότι το νερό τείνει να μετατραπεί σε αγαθό εν ανεπαρκεία και, κατ’ επέκταση, την κινητοποίηση φορέων, οργανώσεων και απλών πολιτών για την προστασία και τη διαχείριση των υδάτινων αποθεμάτων με μέτρο.

Παρά το γεγονός ότι το νερό καλύπτει τα 2/3 της επιφάνειας της Γης, οι κλιματολογικές αλλαγές που συντελούνται παγκοσμίως, γνωστές ως «φαινόμενο του θερμοκηπίου», και κυρίως η έλλειψη πραγματικού ενδιαφέροντος για τη λελογισμένη χρήση των υδάτινων πόρων, έχουν καταστήσει το νερό το κρισιμότερο στοιχείο ανταγωνισμού και τον σημαντικότερο ανασταλτικό παράγοντα ανάπτυξης στις αμέσως προσεχείς δεκαετίες.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Ο.Η.Ε.:

  • Το 1/6 του παγκόσμιου πληθυσμού της Γης δεν έχει πρόσβαση σε υδάτινες πηγές.
  • 1,1 δισεκατομμύρια άνθρωποι πίνουν νερό από μη ασφαλείς πηγές.
  • 400.000.000 εκατομμύρια παιδιά στερούνται ακόμη και την ελάχιστη ποσότητα καθαρού νερού που χρειάζονται για να ζήσουν.
  • Κάθε 15 δευτερόλεπτα πεθαίνει ένα παιδί εξαιτίας της λειψυδρίας.
  • 5 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από ασθένειες σχετιζόμενες με μολυσμένα ύδατα, αριθμός 10 φορές μεγαλύτερος από εκείνον των ατόμων που χάνουν τη ζωή τους σε πολέμους.
  • 300 σημεία σε όλον τον πλανήτη (κυρίως στην Αφρική και την Ασία) είναι δυνητικά πεδία συγκρούσεων για το νερό.

Στην Ελλάδα, μπορεί η κατάσταση να μην είναι τόσο ακραία, όμως σίγουρα ο υδροφόρος ορίζοντας της χώρας μας έχει υποστεί σημαντικές βλάβες, κυρίως από την υπέρμετρη χρήση φυτοφαρμάκων και την κακοδιαχείριση των υδάτινων πόρων, γεγονός που συνιστά ιδιαίτερη προσοχή και διαρκή εγρήγορση.

Η ποσότητα και η ποιότητα του νερού που χρησιμοποιούμε εξαρτάται από τους υγρότοπους. Η λέξη «υγρότοπος» χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάθε περιοχή που κατακλύζεται, μόνιμα ή περιοδικά, από νερό (στάσιμο ή τρεχούμενο, γλυκό, υφάλμυρο ή αλμυρό). Επίσης, έτσι χαρακτηρίζονται και οι περιοχές που δεν καλύπτονται ποτέ από νερά, αλλά που το υπόστρωμά τους είναι υγρό για μεγάλα διαστήματα του έτους. Οι ρηχές λίμνες και τα ποτάμια, τα δέλτα των ποταμών, τα έλη, οι λιμνοθάλασσες, οι πηγές, οι τυρφώνες και τα υγρά λιβάδια είναι υγρότοποι. Υπάρχουν επίσης και τεχνητοί υγρότοποι, όπως είναι οι ταμιευτήρες νερού, οι αλυκές και οι ορυζώνες.

Οι υγρότοποι αποτελούν έναν από τους πλέον πολύτιμους πόρους του πλανήτη μας - μόνο τα τροπικά δάση τους ξεπερνούν σε βιοποικιλότητα και παραγωγικότητα. Σε αυτούς απαντώνται πολλά φυτά και ασπόνδυλα, ενώ χαρακτηριστική είναι και η παρουσία μεγάλου αριθμού μεταναστευτικών ψαριών και πουλιών, που βρίσκουν εκεί καταφύγιο, τροφή και ευνοϊκές συνθήκες διαχείμασης. Όλα αυτά τα είδη συνθέτουν μια περίπλοκη τροφική αλυσίδα, στην οποία ο άνθρωπος είναι συχνά ο ανώτερος θηρευτής.

Στην Ελλάδα, τουλάχιστον 138 είδη πουλιών, μεταξύ των οποίων και κάποια που χαρακτηρίζονται ως «παγκοσμίως απειλούμενα», εξαρτώνται με κάποιον τρόπο από τους υγρότοπους. Επίσης, στα ποτάμια και τις λίμνες της χώρας μας ζουν περισσότερα από 110 είδη ψαριών, εκ των οποίων το 30% περίπου είναι ενδημικά της νότιας βαλκανικής. Τέλος, οι υγρότοποι αποτελούν σημαντικά ενδιαιτήματα και για θηλαστικά, τα οποία βρίσκουν εκεί τροφή και καταφύγιο τις ξηρές και ζεστές μέρες της θερινής περιόδου. Στους μικρότερους υγρότοπους δεν απαντώνται τόσα πολλά θηλαστικά, υπάρχουν όμως πολυάριθμα αμφίβια και ερπετά.

Σημαντικότερη απειλή για τους υγρότοπους της Ελλάδας και ολόκληρης της Μεσογείου ήταν ανέκαθεν οι αποξηράνσεις, βασικοί λόγοι των οποίων ήταν η αύξηση της γεωργικής γης και του διαθέσιμου αρδευτικού νερού, η μείωση των πλημμυρών που κατέστρεφαν τις σοδειές και η αντιμετώπιση του προβλήματος της ελονοσίας. Συνολικά, από το 1920 μέχρι τις μέρες μας, αποξηράθηκε το 60% των ελληνικών υγρότοπων.

Σήμερα, οι υγρότοποι της χώρας μας συνεχίζουν να υποβαθμίζονται, χωρίς όμως να ευθύνονται πλέον γι' αυτό αποκλειστικά οι ανάγκες σε γεωργική γη. Συνολικά, εντοπίζονται τέσσερις βασικοί παράγοντες υποβάθμισης των ελληνικών υγρότοπων:

  1. Η μεταβολή της ποιότητας του νερού εξαιτίας της ρύπανσης (αστικά, γεωργικά και βιομηχανικά απόβλητα). Μελέτες που έγιναν το διάστημα 1992 - 1997 στη λεκάνη του Αξιού έδειξαν ότι στο 50% των γεωτρήσεων πόσιμου νερού υπήρχαν ίχνη λιπασμάτων και γεωργικών φαρμάκων, συχνά σε συγκεντρώσεις υψηλότερες των επιτρεπόμενων ορίων.
  2. Η εξάντληση των υγροτοπικών πόρων (αποξηράνσεις, αμμοληψίες, εκχερσώσεις, υπερβολική / παράνομη θήρα, υλοτομία, αλιεία). Είναι χαρακτηριστικό ότι η αλιευτική παραγωγή των μεγάλων ελληνικών λιμνών έχει μειωθεί σε λιγότερο από το μισό της παραγωγής του 1930, φαινόμενο που οφείλεται κυρίως στην εισαγωγή νέων αλιευτικών εργαλείων.
  3. Η απώλεια υγροτοπικών εκτάσεων (οικιστική ανάπτυξη, τουρισμός, αναψυχή, επέκταση καλλιεργειών και κτηνοτροφίας). Η Μεσόγειος κάθε χρόνο φιλοξενεί το 30% των τουριστών παγκοσμίως και οι υγρότοποι αποτελούν όλο και πιο δημοφιλή προορισμό.
  4. Η μεταβολή του υδρολογικού καθεστώτος με την κατασκευή φραγμάτων, αρδευτικών δικτύων κ.λπ.

Άρρηκτα συνδεδεμένο με τον υδάτινο πλούτο της Ελλάδας είναι και το θαλάσσιο περιβάλλον της, το οποίο χαρακτηρίζεται από πλούσια βιοποικιλότητα. Σε ολόκληρη τη Μεσόγειο υπάρχουν 579 είδη ψαριών, εκ των οποίων τα 447 έχουν παρουσία και στις ελληνικές θάλασσες. Ξεχωριστό είναι το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η παράκτια ζώνη, αφού στις βραχώδεις ακτές και το θαλάσσιο τμήμα της συγκεντρώνονται τα περισσότερα είδη (ενδημικά και μη), που βρίσκουν εδώ τις κατάλληλες συνθήκες για την αναπαραγωγή και τη διατροφή τους. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της μεσογειακής φώκιας και της χελώνας καρέτα – καρέτα, που απαντώνται στη θαλάσσια περιοχή της Αλοννήσου και τον κόλπο του Λαγανά στη Ζάκυνθο αντίστοιχα.

Μια από τις σοβαρότερες απειλές για τις ελληνικές θάλασσες και ακτές είναι η ρύπανση από βιομηχανικά απόβλητα και διαρροές πετρελαίου. Η Μεσόγειος είναι μια κλειστή θάλασσα με στενούς διαύλους επικοινωνίας με τον Ατλαντικό ωκεανό, τη Μαύρη θάλασσα και την Ερυθρά θάλασσα. Αυτό καθιστά τη μεσογειακή λεκάνη ιδιαίτερα ευάλωτη στη μόλυνση, με άμεσες συνέπειες φυσικά και για τις ελληνικές θάλασσες, που βρίσκονται στο ανατολικότερο άκρο της. Σε όλη τη Μεσόγειο έχουν επισημανθεί 115 περιοχές με υψηλά επίπεδα ρύπανσης, εκ των οποίων κάποιες εντοπίζονται και στην Ελλάδα, ειδικά στον Θερμαϊκό, τον Πατραϊκό και τον Σαρωνικό κόλπο.

Άλλη σημαντική πηγή θαλάσσιας ρύπανσης αποτελεί η ανεξέλεγκτη οικιστική και βιομηχανική ανάπτυξη κατά μήκος των ακτών χωρίς την ύπαρξη οργανωμένων μονάδων επεξεργασίας των λυμάτων.

Παράλληλα, καταστροφικές συνέπειες έχει και η υπερβολική χρήση λιπασμάτων. Μέσω των επιφανειακών απορροών και των υπόγειων υδροφορέων, μεταφέρεται στη θάλασσα νερό με υψηλή περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες, γεγονός που συμβάλλει στην υπερβολική ανάπτυξη φυτικών οργανισμών. Το φαινόμενο αυτό, που ονομάζεται «ευτροφισμός», οδηγεί στην εξάντληση του οξυγόνου που υπάρχει στο νερό από τα φυτά και τη διαταραχή της οικολογικής ισορροπίας στο συγκεκριμένο οικοσύστημα.

Τέλος, σημαντική βλάβη στον θαλάσσιο πλούτο της χώρας προκαλεί και η υπεραλιεία. Η χρήση αλιευτικών μέσων που αντιβαίνουν στην ελληνική νομοθεσία (π.χ. δυναμίτες, συρόμενα δίχτυα) και η παράνομη αλιεία σε περιόδους απαγόρευσης έχουν επιφέρει εξάντληση ή σημαντική μείωση των ιχθυαποθεμάτων, με κυριότερους αποδέκτες τον τόνο, τον ξιφία, το φαγκρί, το λυθρίνι, τη συναγρίδα, το μπαρμπούνι, τη σφυρίδα και τον ροφό.

Η συνετή διαχείριση των υδάτινων πόρων αποτελεί υπόθεση όλων. Δεν είναι μόνο ο κόσμος που ζούμε σήμερα, αλλά και ο κόσμος που θα παραδώσουμε αύριο στα παιδιά μας. Η λύση δεν μπορεί να δοθεί μόνο από την ποσότητα των βροχοπτώσεων, αλλά χρειάζεται ριζική αλλαγή νοοτροπίας και ουσιαστικές υποδομές. Και μην ξεχνάτε ποτέ: χωρίς νερό, δεν υπάρχει ζωή!

Περισσότερα άρθρα στην ενότητα Οικολογική Συνείδηση

Αναζήτηση Γιατρού

Πείτε μας τη γνώμη σας

Το καλοκαίρι είναι ΕΔΩ! Εσείς πως το περάσετε;

Ajax-indicator

ή Δείτε τα αποτελέσματα